«Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ»

Η ελληνική δημόσια ζωή είναι δέσμια της ιδεολογίας του εθνολαϊκισμού

Γιώργος Σιακαντάρης

 (Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Τα Νέα», 03/06/2013)

 Η ιστορικός και βουλευτίνα της ΔΗΜΑΡ Μαρία Ρεπούση είπε το αυτονόητο για το εδάφιο προσθήκη της ΝΔ στο άρθρο 2 του νόμου 927/1979. Αναφέρθηκε στους κινδύνους η προσθήκη αυτή να ποινικοποιήσει την ιστορική μνήμη, την έρευνα και τον διάλογο. Δε θα μείνω στο διαδικτυακό και ευρύτερο «λιντσάρισμα» της. Μου προκάλεσε όμως αλγεινή εντύπωση το ότι και από το κόμμα της εκφράστηκε δυσαρέσκεια.

Την ίδια στιγμή μάθαμε ότι δασκάλα μουσικής δημοτικού σχολείου της Θεσαλονίκης δέχθηκε επίπληξη ύστερα από «παράπονο» γονιού μαθητή για ισλαμική προπαγάνδα, επειδή έδωσε στα παιδιά το τραγούδι «Κεμάλ» του Μάνου Χατζιδάκι σε στίχους Νίκου Γκάτσου!

Πολλοί δηλώνουν οργισμένοι με το δεύτερο περιστατικό, όχι όμως με το λιντσάρισμα της ιστορικού. Υποκρισία, εκλογικές σκοπιμότητες, φόβος;

Όλα αυτά και τίποτε από αυτά. Στην περίπτωση της προσθήκης του εδαφίου της ΝΔ έχουμε σε συμπυκνωμένη μορφή τα ιδεολογήματα του κυρίαρχου, στην ελληνική πολιτική –και στη μεταπολιτευτική- ιστορία του τόπου, εθνολαϊκισμού. Την αντίληψη που θέλει για ό,τι μας συμβαίνει να φταίνε οι ξένοι, οι οποίοι το μόνο που κάνουν είναι να ζηλεύουν το ανάδελφο, ένδοξο ελληνικό τρισχιλιετές έθνος. Είναι αυτή η ιδεοληψία που μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε πως χάρη στην επέμβαση των ξένων στη ναυμαχία του Ναυαρίνου (για τους δικούς τους λόγους) αυτό το έθνος απέκτησε κρατική υπόσταση. Αλλά κυρίως είναι η ιδεοληψία που, σήμερα «ντυμένη» με αριστερά ρούχα, θεωρεί πως για όσα συμβαίνουν εδώ υπεύθυνοι είναι οι Γερμανοί και ο νεοφιλελευθερισμός.

Παραδείγματα εθνολαϊκισμού είχαμε πολλά. Δεν θα ασχοληθώ με όσα έχουν πολιτική φύση (Μακεδονικό, ταυτότητες, πρόσφατη έκθεση αθώωσης του ελληνικού ρατσισμού προς τον επίτροπο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Μούζνιεκς), αλλά με δύο παραδείγματα που συνδέονται με την παιδεία της ελίτ του τόπου.

Τον Οκτώβριο του 2004 προκλήθηκε μεγάλος θόρυβος για ένα αντιπολεμικό διήγημα του Βενέζη, ενταγμένο στο μάθημα της λογοτεχνίας. Το παιδαγωγικό ινστιτούτο αφαίρεσε το κείμενο, με την αιτιολογία της αντισυνταγματικότητας του! Το επόμενο έτος, σε μια συνέντευξη του στην εφημερίδα «Ντνέβνικ» , ο τότε διαπραγματευτής του ΟΗΕ για το Μακεδονικό Μάθιου Νίμιτς απορούσε που δύο έθνη ερίζουν για την κληρονομιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου..:» Ήταν σίγουρα μεγάλος κατακτητής, αλλά κατακρεούργησε χιλιάδες ανθρώπους και κατέστρεψε πολλές πόλεις. Ο ίδιος δεν ήταν προωθητής της δημοκρατίας και του πολιτικού βίου…» σημείωνε ο Νίμιτς που απορούσε γιατί, στα Βαλκάνια μαλώνουν για την κληρονομιά ενός «εγκληματία».

Υπήρχε αποστομωτική απάντηση. Αλλά αντί να του πούμε ότι δεν γίνεται να κρίνουμε τις αυτοκρατορίες που άνθισαν πριν από 2.300 χρόνια με τα κριτήρια των σύγχρονων κοινωνιών και να λήξει εκεί το θέμα, εμείς εξεγερθήκαμε κατά του ιερόσυλου Νίμιτς. Η ανόητη και τόσο κοινότοπη άποψη που προκάλεσε ρίγη ιερής αγανάκτησης. Ακόμη και η τότε υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη υποστήριξε πως «η ιστορική συμβολή του Μεγάλου Αλεξάνδρου» έχει κριθεί εδώ και χιλιάδες χρόνια… Η ιστορία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί». Όταν όμως δημοσιογράφοι, πολιτικοί, ιερωμένοι, ποδοσφαιρικοί παράγοντες, εκφέρουν την τελεσίδικη απόφανσή τους για τα ιστορικά γεγονότα, τι χρειάζονται οι ιστορικοί; Δεν περιττεύουν;

Ας φανταστούμε τώρα μια ελληνική Βουλή βαθύτατα εθνολαϊκιστική να ψηφίζει έναν νόμο που απαγορεύει την αντιπολεμική λογοτεχνία, καθώς και την κριτική σε ιστορικές προσωπικότητες. Ας τη φανταστούμε, επίσης, να ψηφίζει ότι η Γαλλική Επανάσταση προκάλεσε μια γενοκτονία, ότι η 21η Απριλίου αποτέλεσε εθνοσωτήρια επανάσταση, ότι το Ολοκαύτωμα δεν υπήρξε και ότι η ταξική ανάλυση των κοινωνικών ανισοτήτων είναι πράξη προδοτική. Με βάση τα προτεινόμενα από τη ΝΔ, όσοι διαφωνούν και το εκφράζουν θα υπόκεινται στις ποινές του νόμου; Τέτοιο αντιρατσιστικό νόμο θέλουμε;

Αξίζει άραγε ακόμη να επιμείνουμε σε μια Ελλάδα έρμαιο του εθνικιστικού παροξυσμού;

ΥΓ: Στα τεύχη 8 και 9 (Ιούνιος, Ιούλιος 2011) του περιοδικού « The Books ‘Journal” είχε διεξαχθεί ένας ευγενικός, νομίζω, διάλογος για το θέμα της γενοκτονίας των Ποντίων μεταξύ εμού (υποστήριζα τον όρο μεγάλη σφαγή) και του ιστορικού Βλάση Αγτζίδη (ήταν υπέρ του όρου γενοκτονία). Πιστεύω πως ο νόμος δε θα έχει αναδρομική ισχύ, γιατί τότε βλέπω τους χρυσαυγίτες να χαίρονται με τέτοιους αντιρατσιστικούς νόμους.

Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, επιστημονικός διευθυντής στο ΙΣΤΑΜΕ

 

 «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ»Η ελληνική δημόσια ζωή είναι

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: