«Η ΑΤΖΕΝΤΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

ή

«Η ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ»

Γιώργος Σιακαντάρης

(Αναδημοσίευση από το ηλεκτρονικό περιοδικό «Μεταρρύθμιση», 01/05/2013)

Τι συμβαίνει και την ίδια στιγμή που πολλοί επικαλούνται το μοντέλο διαχείρισης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αυτή δεν κατορθώνει να ανακάμψει; Κάποιοι αναζητούν τα αίτια στην ανεπαρκή ηγεσία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, ενώ άλλοι πιστεύουν σε θεωρίες, όπως το «Πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι» και υποστηρίζουν πως «Η ανάκαμψη των οικονομιών των κρατών της ευρωζώνης, θα σημάνει αυτόματα και την ανάκαμψη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων». Αυτό το μοντελάκι πουλιέται πολύ και σε ημι-σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όπως το ΠΑΣΟΚ. Κάποιοι άλλοι «ριζοσπάστες» υποστηρίζουν πως η σοσιαλδημοκρατία πρόδωσε τις ιδέες της, γι’ αυτό και σήμερα ηττάται. Αυτοί οι τελευταίοι είναι οι ίδιοι που θεωρούσαν προδοτικό το μοντέλο κράτους πρόνοιας, έναντι του αιτήματος για έναν κρατικό σοσιαλισμό. Σήμερα, υποκριτικά κλαίνε πάνω από το «πτώμα» του κράτους πρόνοιας, το οποίο τόσο περιφρονούσαν, όταν αυτό μεγαλουργούσε.

Πιστεύω πως η αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας να ανακάμψει πολιτικά και  εκλογικά, οφείλεται στην κρίση ταυτότητας που την ταλαιπωρεί από το’80 και ύστερα. Αυτή η κρίση ταυτότητας οφείλεται σε τρεις σημαντικές πολιτικές παραμέτρους της πολιτικής της. Η πρώτη αφορά την από τις αρχές της δεκαετίας του’80 ιδεολογική και πολιτική της υποχώρηση έναντι εκείνων των σειρήνων που ευαγγελίζονταν κοινωνίες χωρίς κράτος πρόνοιας. Από τη δεκαετία του’90, με τη συνδρομή πτυχών της θεωρίας του Τρίτου Δρόμου, η σοσιαλδημοκρατία ήρθε η ίδια να συνυπογράψει την ακύρωση του Κοινωνικού Συμβολαίου που είχε συναφθεί μεταξύ κράτους, εργοδοσίας και εργαζόμενων. Και όμως, υπήρχαν πάντοτε αντίθετες φωνές που υποστήριζαν πως δεν πρέπει να συγχέουμε την ανάγκη εφαρμογής πολιτικών δημοσιονομικής πειθαρχίας με την απόρριψη του κράτους πρόνοιας. Πολύ νωρίς, την περίοδο που άρχιζε η κυριαρχία των θεωριών του υπερφορτωμένου κράτους, ο David Harris υποστήριζε πως το κοινωνικό κράτος κατά τη «χρυσή τριακονταετία» δεν συνυπήρχε απλώς με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά και τους προκαλούσε. «Οι  θεσμοί της δημόσιας, δωρεάν εκπαίδευσης και υγειονομικής περίθαλψης ήταν αποφασιστικής σημασίας για την παραγωγικότητα της εργασίας, ενώ τα προνοιακά επιδόματα επέτρεψαν τη διατήρηση της ζήτησης, ακόμα και σε περιόδους ύφεσης»[1]. Το κοινωνικό κράτος λειτούργησε ως ουσιαστικός παράγοντας της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης.

Ο David Brady, πολύ αργότερα, στο βιβλίο του «Πλούσιες Δημοκρατίες, Φτωχοί Άνθρωποι»[2] κατακρίνει την εδραιωμένη σήμερα θέση, ακόμη και σε τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία υποστηρίζει πως το κράτος πρόνοιας δεν είναι βλαβερό μόνο επειδή αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες, αλλά και επειδή ενισχύει αντί να μειώνει τις ανισότητες. Μέσα από την κατάθεση μιας συγκριτικής μελέτης που έγινε σε 18 χώρες και αφορά μια περίοδο 30 ετών, ο Brady έδειξε, με στοιχεία, πως όσο πιο γενναιόδωρο είναι το κοινωνικό κράτος κάθε χώρας, τόσο μικρότερα είναι τα επίπεδα φτώχειας και κοινωνικής ανισότητας που καταγράφονται. Ο Brady  δείχνει κάτι που θα έπρεπε να έχει μαλλιάσει η γλώσσα των σοσιαλδημοκρατών ηγετών να το λένε: πως δηλαδή, το κράτος παροχής υπηρεσιών, παρόλο που αυξάνει τις δαπάνες, αυξάνει περισσότερο τα έσοδα και έτσι λειτουργεί αναπτυξιακά.

Η δεύτερη παράμετρος της ήττας της σοσιαλδημοκρατίας, συνδέεται με την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Όσο και να φαίνεται παράξενο, η σοσιαλδημοκρατία, αντί να αισθανθεί δικαιωμένη από την κατάρρευση του πιο μισητού κοινωνικού συστήματος, το οποίο μάλιστα λειτουργούσε στο όνομα των ιδανικών της ελευθερίας και της ισότητας, κατάφερε, γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, να καταρρεύσει και αυτή μαζί με την ιδεολογία του «μαρξισμού- λενινισμού». Μεγάλη συνεισφορά σ’ αυτό είχε η εδραίωση στους κόλπους της εκείνων των μετα-δημοκρατικών και μετανεωτερικών αφηγήσεων, που υποστήριζαν πως οι μεγάλες αφηγήσεις είναι νεκρές. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, αντί να αναζητήσει μια νέα δημοκρατική αφήγηση, πείστηκε πως Δημοκρατία σημαίνει κοινωνία χωρίς οράματα, είτε κοινωνία των ΜΚΟ, είτε του εθνο- λαϊκισμού. Αυτή η σοσιαλδημοκρατία ξέχασε πως η πολιτική είναι ο χώρος που, με γνώμονα τις κυρίαρχες αντιθέσεις, τίθενται προτεραιότητες οι οποίες και αξιολογούνται, ο χώρος που αναπτύσσονται συμμαχίες με διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, ο χώρος που συγκεκριμένες επιλογές συγκρούονται μεάλλες επιλογές, ακόμη και αν αυτές έρχονται σε σύγκρουση με τις επιταγές των δημοσκοπήσεων. Ξέχασε δηλαδή πως τελικά η πολιτική, είναι ο χώρος των μεγάλων αφηγήσεων και όχι των ΜΚΟ μικροεξουσιών. Αντιθέτως, από το ’80 η Θάτσερ παρουσίαζε τη δική της μεγάλη αφήγηση του ελάχιστου κράτους, αλλά και ο Κάμερον, πολύ αργότερα, κατέθεσε τη δική του ιδεολογική αφήγηση για τη «Μεγάλη Κοινωνία». Η σοσιαλδημοκρατία, στην ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς απάντησε με τις πομφόλυγες της μετανεωτερικής διαβούλευσης, όπου όλοι έχουν δίκιο, όλα είναι αλήθεια και όλα λύνονται με τη διαβούλευση και το opengov, ή με μια λαϊκίστικη αντιπολίτευση υπέρ της στήριξης των ασθενέστερων. Στήριξη που δεν αμφισβητούσε τις αιτίες παραγωγής των ασθενέστερων. Πολλές φορές αυτά τα δύο -μετανεωτερικότητα και λαϊκισμός- τοποθετούνταν στο ίδιο πακέτο.

Η τρίτη παράμετρος συνδέεται με την πορεία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η σοσιαλδημοκρατία, φοβούμενη να μη υποκύψει στον ευρωσκεπτικισμό, απέφυγε να ασκήσει οποιαδήποτε κριτική στην τεχνοκρατική, άψυχη και απολιτικοποίητη πορεία της Ε.Ε. Αυτή η στάση συνοδεύτηκε από την αδυναμία της να ανοίξει μέτωπο (ιδεολογικό και πολιτικό) τόσο κατά του υπερ-φιλελευθερισμού, όσο και κατά της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ενώ επίσης «ξέχασε» να ασκήσει κριτική και κατά του εθνικισμού. Τα επίχειρα αυτής της λήθης πληρώνει σήμερα το SPD, το οποίο είναι αναγκασμένο να δίνει τη δική του πολιτική μάχη πάνω στην εθνικιστική ατζέντα των Σόιμπλε – Μέρκελ και όχι στη δική του ομοσπονδιακή ατζέντα.

Είναι ανόητο να υποστηρίζει κανείς πως το πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα, είναι ότι η γερμανική ηγεσία δεν καταλαβαίνει πως η λιτότητα περιορίζει την ανάπτυξη. Αυτό το καταλαβαίνει και ένας αδαής περί τα οικονομικά. Το πρόβλημα είναι πως για τη συντηρητική και δεξιά γερμανική ηγεσία, το μείζον είναι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μέσω της συμπίεσης του κόστους εργασίας, όταν μάλιστα ο ανταγωνισμός των αναδυόμενων οικονομιών του Τρίτου κόσμου έχει πολύ χαμηλό κόστος εργασίας. Το δίλημμα δεν είναι λιτότητα ή ανάπτυξη, αλλά συνέχιση των πολιτικών μείωσης του κόστους εργασίας στον αναπτυγμένο κόσμο, ή μετάβαση σε πολιτικές αύξησης του κόστους εργασίας στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Πολιτικές που θα ανακουφίσουν και τους πολίτες στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Αυτό βεβαίως σημαίνει και πίεση της Ευρώπης και των ΗΠΑ, όχι για να μειωθούν οι μισθοί και να αυξάνει ο εφεδρικός στρατός στις χώρες του αναπτυγμένου δυτικού κόσμου, αλλά πίεση για μεταφορά του δυτικού εργασιακού μοντέλου στις τρίτες χώρες. Αυτό δεν αντέχουν οι συντηρητικοί Γερμανοί ηγέτες και τα επιχειρηματικά συμφέροντα που στοιχίζονται πίσω τους και αυτό φοβούνται να διεκδικήσουν οι σοσιαλδημοκράτες με τη δική τους ατζέντα.

Όσο η σοσιαλδημοκρατία παίζει στο γήπεδο της δήθεν «φιλελεύθερης», αλλά κατά βάθος εθνικιστικής ατζέντας, θα ηττάται. Η σοσιαλδημοκρατία δεν θα πρέπει να αναλώνεται σε απολίτικες και αβαθείς επικρίσεις του τύπου… «Μα καλά, δεν καταλαβαίνετε πως η λιτότητα επιτείνει την ύφεση;», αλλά να δηλώσει ρητά πως το ζητούμενο είναι η πολιτική ενότητα της Ευρώπης και αυτή δεν μπορεί να γίνει αν ως προτεραιότητα τεθεί η μείωση του κόστους εργασίας και όχι ο συνδυασμός μεταβιβαστικών πληρωμών με την ταυτόχρονη δημοσιονομική πειθαρχία και τον ομοσπονδιακό έλεγχο δαπανών και εσόδων κάθε κράτους. Ο ευρωπαίος βασιλιάς πρέπει να αγοράσει τα ρούχα του από το κατάστημα της πολιτικά ενωμένης Ευρώπης. Και αυτό φυσικά σημαίνει περαιτέρω μείωση της εθνικής κυριαρχίας. Για να μη γίνει όμως αυτό σε βάρος της δημοκρατίας, χρειάζεται και αύξηση της πολιτικής νομιμοποίησης των θεσμών της Ευρώπης.  Η εθνοκρατική κυριαρχία δεν είναι θέσφατο, αλλά η λαϊκή είναι. Δεν υπάρχει καμία εθνική λύση στην κρίση, μόνο ευρωπαϊκή και πιο σωστά ομοσπονδο-ευρωπαϊκή.

Σοσιαλδημοκρατία και κεϋνσιανισμός

Σήμερα, δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν πως η λύση βρίσκεται στην επιστροφή στον κεϋνσιανισμό. Διαφωνώ. Την ώρα που οι πολίτες υποφέρουν από τις πολιτικές λιτότητας και αρχίζουν να φοβούνται την ελεύθερη οικονομία, το μόνο που δειλά προτείνουν οι σοσιαλδημοκράτες είναι η επιστροφή στη κεϋνσιανή θεωρία. Μάλιστα, μερικοί προβάλλουν αυτήν την επιστροφή και ως αριστερή απάντηση στη λογική των συντηρητικών. Πλήρης σύγχυση.

Οι σοσιαλδημοκράτες δεν πρόδωσαν φυσικά τις ιδέες τους, αλλά υπόκυψαν στην ιδεολογική κυριαρχία της άποψης που υποστήριζε πως η ασύδοτη κυκλοφορία των χρηματοπιστωτικών προϊόντων μπορεί να αυξάνει συνεχώς το ΑΕΠ, περισσότερο απ’ όσο μπορεί το παραγωγικό κεφάλαιο. Αυτή η αντίληψη έχει καταρρεύσει, αλλά η πολιτική εκπροσώπηση (συντηρητική και σοσιαλδημοκρατική), δεν το παραδέχεται. Σήμερα πλέον η σοσιαλδημοκρατία καλείται να συνεχίσει να λειτουργεί αναδιανεμητικά, αλλά ο άξονάς της πρέπει να βρίσκεται στον κόσμο της παραγωγής και της εργασίας. Οι σύγχρονες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις δεν θα εστιάζουν στην αγορά, ούτε στην αναδιανομή, αλλά στην εργασία, την παραγωγή και το κράτος παροχής υπηρεσιών.

Το νέο σοσιαλδημοκρατικό Κοινωνικό Συμβόλαιο, πρέπει να εστιάζει στην εργασία, μέσα από τη μεταρρύθμιση των συστατικών της στοιχείων. Αυτή η προσέγγιση αφορά τη στήριξη των μισθών, τη συνεχιζόμενη κατάρτιση, την ενίσχυση των πολλαπλών εργασιακών και επαγγελματικών ταυτοτήτων, την κινητικότητα, την εθελούσια ευελιξία σε συνδυασμό με την εξασφάλιση μιας θέσης εργασίας για κάθε άτομο, ανεξαρτήτως προσόντων και γνώσεων, την περιβαλλοντική διάσταση στην παραγωγή, τον αναπροσανατολισμό του ελεύθερου χρόνου, την αναδιανομή των πολιτικών μέσων και την αναδιάταξη του τοπίου των ΜΜΕ.

Η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να κάνει όλα αυτά, αλλά να μην ξεχάσει πως για τη σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία της μεταπολεμικής περιόδου, «… το να πετάς ανθρώπους στο δρόμο σε περιόδους οικονομικής κάμψης, ήταν πολύ πιο σοβαρό από την υποθετική απώλεια αποδοτικότητας, που προέκυπτε από τη διατήρηση «μη αναγκαίων» θέσεων εργασίας».[3]

Η σοσιαλδημοκρατία καλείται να γεφυρώσει την προτεραιότητα της ελευθερίας του κάθε ατόμου ξεχωριστά με τα αιτήματα της υπεράσπισης της δημοκρατίας, του δημόσιου συμφέροντος και του εκσυγχρονισμού, ως διαρκούς αιτήματος αμφισβήτησης των εκάστοτε παραδοσιακών μοντέλων λειτουργίας των κοινωνιών και κυρίως του εθνικισμού. Αυτή πρέπει να πιστέψει πως η πρόοδος δεν είναι εσχατολογία και να κάνει και τους πολίτες να πιστέψουν σ’ αυτήν.

Αν χρειάζεται να επιστρέψει κάπου η σοσιαλδημοκρατία, αυτό δεν είναι ο κεϋνσιανισμός, αλλά ο Διαφωτισμός και τα προτάγματα του ατομικισμού ως μορφή πίστης στην αυτονομία του ελεύθερου και ίσου ατόμου σε καθεστώς φιλελεύθερης δημοκρατίας. Γιατί σοσιαλδημοκρατία είναι, θα επικαλεστώ πάλι τον Τζαντ, αυτός ο συμβιβασμός που συνεπάγεται «την αποδοχή του καπιταλισμού – και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας- ως πλαισίου μέσα στο οποίο τα έως τότε αγνοημένα συμφέροντα μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού θα λαμβάνονταν υπόψη στο εξής».[4] Αλλά παρόλο που η σοσιαλδημοκρατία δεν επιδιώκει τον παραγκωνισμό του καπιταλισμού, την ίδια στιγμή γνωρίζει πολύ καλά πως «το μόνο πράγμα που είναι χειρότερο από το υπερβολικό κράτος, είναι το υπερβολικά λίγο»[5].

Δεν θα μπορούσα να προσθέσω τίποτα περισσότερο σ’ αυτές τις δυο αναφορές του Τόνι Τζαντ.

 


[1] David Harris,  Justifying State Welfare. The New Right versus The Old Left, Basil Blackwell, Oxford 1987, σελ, 2-3 και 28.

[2] David Brady., Rich Democracies, Poor People. How Politics Explain Poverty, Oxford University Press 2009.

[3] Τόνι Τζαντ., Τα δεινά που μαστίζουν τη χώρα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, μετφ: Κώστας Κουρεμένος, 2012, σελ 87

[4] Στο ίδιο, σελ 227

[5] Ό,π. σελ 152

 

«Η ΑΤΖΕΝΤΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»ή«Η ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ»Γιώργος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: