«ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΟ Δ.Ν.Τ.»

Νίκος Χριστοδουλάκης

(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής», 27/01/2013)

Τις προηγούμενες ημέρες συνέβησαν δύο τεκτονικές μετατοπίσεις σχετικά με το μνημόνιο που εφαρμόζεται στην Ελλάδα τα τρία τελευταία χρόνια. Πρώτη ήταν η δημόσια παραδοχή του ΔΝΤ ότι το κλιμάκιό του στην Ελλάδα στάθηκε ανίκανο να κατανοήσει τον κίνδυνο της ύφεσης και με την πολιτική του οδήγησε σε συρρίκνωση της παραγωγής και του εθνικού εισοδήματος άνω του 20% ως σήμερα. Οσο και να καμουφλάρεται πίσω από τεχνικές αβλεψίες ή εσωτερικές αδράνειες, η ομολογία αποτυχίας αποτελεί το πρώτο μεγάλο ρήγμα στη μονολιθικότητα με την οποία εφαρμόστηκε μια πολιτική που ήταν απόλυτα προβλέψιμη στην καταστροφή που θα επέφερε.

Η δεύτερη αλλαγή αφορούσε το εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον. Ως τώρα το ΔΝΤ και όσοι υιοθετούν τις πολιτικές του, παράλληλα με την ύφεση είχαν επιβάλει και μια ιδεολογικοποίηση της αποτυχίας με συνεχή απαξίωση της ελληνικής κοινωνίας ότι είναι ανίκανη να αποδεχθεί τη σημασία των αλλαγών που πρότειναν. Ετσι, αντί να ανοίξει έγκαιρα ένας διάλογος για μια ρεαλιστική αναπροσαρμογή του Μνημονίου, υποδαυλίστηκε μια άγρια αντιπαράθεση μεταξύ «μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών» με βαρύ πολιτικό τίμημα αλλά χωρίς αξιόπιστες εναλλακτικές προτάσεις.

Ωστόσο το χάσμα ίσως αρχίσει να κλείνει αφού μετά την ομολογία αποτυχίας του πρώτου μπλοκ, ήρθε η κατηγορηματική διαβεβαίωση της αξιωματικής αντιπολίτευσης προς διεθνές ακροατήριο αναλυτών και επενδυτών ότι «δεν θα σκίσει» τη Δανειακή Σύμβαση. Τερματίστηκε έτσι οριστικά η δημοφιλής ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να καταγγείλει μονομερώς το μνημόνιο χωρίς αυτόματα να χρεοκοπήσει και να φύγει από το ευρώ.

Και οι δύο εξελίξεις αποτελούν κατακτήσεις στο μέτωπο του ρεαλισμού και επιτρέπουν στην Ελλάδα να χαράξει μια νέα στρατηγική που θα απέχει τόσο από την τυφλή προσήλωση προς τις συνταγές του μνημονίου όσο και από την εθελοτυφλία της ανέφελης αποκήρυξης των δεσμεύσεων. Σε παρόμοια κατεύθυνση ελαστικότερης εφαρμογής και λιγότερου κόστους κινούνται ήδη και δύο άλλες χώρες σε καθεστώς εποπτείας, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, αν και τα δικά τους μνημόνια είναι μακράν ηπιότερα του ελληνικού.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Ελλάδα μπορεί να διαπραγματευτεί εξ αρχής τα πιο ακραία μέτρα και να σχεδιάσει την πορεία απεμπλοκή της από το μνημόνιο βασιζόμενη πλέον σε μια ευρύτερη πολιτική συναίνεση στο εσωτερικό της χώρας και κινούμενη στους εξής άξονες:

Πρώτον, στην άμεση απομάκρυνση του ΔΝΤ από τον μηχανισμό εποπτείας. Μετά τη θλιβερή αποτυχία των πολιτικών τους θα έπρεπε οι ίδιοι να είχαν ζητήσει να φύγουν, αλλά δυστυχώς δεν το συνηθίζουν. Ομως είναι καιρός η Ελλάδα να απαλλαγεί από την παρουσία ενός μηχανισμού ο οποίος επί τρία χρόνια πέφτει τραγικά έξω στις προβλέψεις του – τον Δεκέμβρη λίγο έλειψε να σαμποτάρει την έγκριση των 44 δισ. ευρώ εκβιάζοντας τα κράτη της ευρωζώνης και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να επιβάλλει επαχθή και παράλογα μέτρα.

Τελευταίο κρούσμα το φορολογικό νομοσχέδιο με το οποίο θα αυξηθούν μεν οι φόροι για τα νοικοκυριά, αλλά τα έσοδα προβλέπεται να είναι μειωμένα κατά 5 δισ. ευρώ ακόμη και από το μοιραίο 2010 που είχαν βουλιάξει! Το μερίδιο του ΔΝΤ στη δανειακή βοήθεια είναι σχετικά μικρό και η απουσία του καθόλου δεν θα απειλήσει τη ρευστότητα της οικονομίας, άσε που το ίδιο θα έπρεπε κανονικά να μας το «χαρίσει» αν όντως πίστευε σε αυτά που λέει να κάνουν οι άλλοι για τα δικά τους.

Δεύτερον, για τα ευρωπαϊκά κλιμάκια που θα μείνουν η κυβέρνηση πρέπει να απαιτήσει να εκπροσωπηθούν με άτομα που έχουν σημαίνουσα και αναγνωρίσιμη παρουσία και συμμετοχή στα ευρωπαϊκά όργανα ώστε να ελέγχονται πολιτικά για την πορεία του προγράμματος από τους αντίστοιχους θεσμούς. Η μέχρι τώρα επίδοσή τους δεν είναι καλύτερη από την αντίστοιχη του ΔΝΤ και – παρά τις ονομασίες ως «Ομάδα Κρούσης» και άλλα ηχηρά παρόμοια – ούτε τα κονδύλια του ΕΣΠΑ κατάφεραν να επιταχύνουν, ούτε τα δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να φέρουν προς τις ελληνικές επιχειρήσεις. Ούτε καν τις αποκρατικοποιήσεις μπόρεσαν να βοηθήσουν, παρά τα πολυέξοδα σχήματα που έφτιαξαν και τον σαματά που έκαναν για γρήγορα έσοδα 50 δισ. ευρώ.

Η αντικατάσταση με σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα γίνεται ακόμα πιο επιτακτική προκειμένου να εξισορροπήσει την αλλαγή που έγινε προχθές στην προεδρία του Eurogroup και είναι πιθανό να οδηγήσει σε πιο ασφυκτική πίεση λιτότητας προς την Ελλάδα. Οσο καθοριστικές και να ήταν οι γερμανικές απόψεις, η πολιτική διαχείριση που τελικά γινόταν στο Eurogroup είχε μερικές φορές αμβλύνει την εξουθένωση της ελληνικής οικονομίας και πάντως απέτρεψε τα σενάρια εξόδου της από το ευρώ, όπως αποκάλυψε ο ίδιος ο Γιούνκερ απερχόμενος.

Τρίτον, να ζητήσει αμέσως η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με 30 δισ. ευρώ να μην επιβαρύνει άλλο το δημόσιο χρέος, αλλά να γίνει απευθείας μέσω του Μηχανισμού Σταθερότητας όπως ήδη έχει διασφαλίσει η Ισπανία και τώρα ζητούν επίμονα η Ιρλανδία και η Κύπρος. Στο αίτημα αντιδρούν οι ακραίοι της ευρωζώνης, αλλά η Ιρλανδία για να το πετύχει θα αξιοποιήσει την προεδρία της Ενωσης που ασκεί αυτό το εξάμηνο και μαζί της πρέπει να συνταχθεί αμέσως και η Ελλάδα. Διαφορετικά, η μείωση του χρέους που έγινε πέρυσι με το «κούρεμα» στις τράπεζες θα ακυρωθεί αυτομάτως μόλις επιχορηγηθούν για να καλύψουν τις απώλειές τους. Αμέσως μετά, τα απειλητικά σενάρια περί μη βιωσιμότητας και εξόδου από το ευρώ θα κάνουν πάλι την εμφάνισή τους.

Αν αυτά γίνουν εντός του 2013, η Ελλάδα μπορεί στη συνέχεια να διαπραγματευτεί μια συντεταγμένη απεμπλοκή από το μνημόνιο. Πώς άραγε μπορεί να γίνει αυτό χωρίς να βυθιστεί ξανά στον κίνδυνο χρεοκοπίας; Τα ποσά της δανειακής βοήθειας για την ερχόμενη διετία ανέρχονται σε 55 δισ. ευρώ και κατά σύμπτωση τόσα περίπου χρειάζονται για την εξόφληση των δανείων που λήγουν την ίδια περίοδο. Με την προϋπόθεση επίτευξης θετικού πρωτογενούς πλεονάσματος από φέτος οι απομένουσες δόσεις θα μπορούσαν εφεξής να κατευθύνονται από τον Μηχανισμό Στήριξης αποκλειστικά στην αποπληρωμή ομολόγων, χωρίς να υπεισέρχονται πλέον στη χρηματοδότηση τακτικών δημοσίων δαπανών.

Με την απόζευξη δανειακής βοήθειας και εσωτερικών αναγκών δεν απομένει κανένα επιχείρημα για την ύπαρξη μνημονίου με νέους όρους και πρόσθετα μέτρα. Τότε η ελληνική κυβέρνηση σε συνεργασία με την ευρωζώνη θα μπορεί να σχεδιάσει και να εφαρμόσει ένα εθνικό σχέδιο σταθεροποίησης, θεσμικών αλλαγών και επενδύσεων για να βγει η χώρα από την κρίση, χωρίς άλλη εξωτερική υπαγόρευση και απαξίωση.

 Ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης είναι πρώην υπουργός.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: