«ΜΕΣΟΒΑΣΙΛΕΙΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ».

Γιώργος Σιακαντάρης

(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Athens Voice, 23/01/2013)

Δεν θα ήμασταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα, αν χαρακτηρίζαμε την περίοδο που διανύει σήμερα η χώρα μας ως την εποχή της ελληνικής Μεσοβασιλείας. Στα παραμύθια του Τόλκιν η Μεσοβασιλεία είναι μια εποχή που παρεμβάλλεται μεταξύ της πάλης διαφορετικών μύθων. Σ’ αυτή την εποχή οι παλιοί μύθοι δεν μπορούν άλλο να εξηγούν το παρελθόν, αλλά δεν μπορούν και να νοηματοδοτούν το μέλλον. Την ίδια στιγμή δεν υπάρχουν νέοι μύθοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μια νέα αφήγηση για τις αλλαγές που έρχονται.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεταπολιτευτική μας δημοκρατία. Τα κυρίαρχα ιδεολογήματα και οι συνοδεύουσες αυτά πρακτικές, που καλύπτονταν κάτω από την ομπρέλα του λαϊκισμού, δεν μπορούν πλέον να συγκροτούν την κεντρική αφήγηση του πολιτικού μας συστήματος. Από την άλλη ο επιφανειακός και δογματικός αντιλαϊκισμός, δεν μπορεί να αποτελέσει πειστική πρόταση για το μέλλον της ελληνικής δημοκρατίας. Και δεν μπορεί ο αντιλαϊκισμός να πείσει γιατί αφενός, πολλές φορές, εκφράζεται από τους εκπροσώπους του παλαιού λαϊκισμού και αφετέρου πάσχει από τα χαρακτηριστικά (με αντίθετο βεβαίως πρόσημο) αυτού του λαϊκισμού.

Όσο περισσότερο πάσχει η κοινωνία από την απουσία του κράτους πρόνοιας, τόσο περισσότερο αδιαφορεί ο «αντιλαϊκισμός» γι’ αυτό. Και όμως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη κοινωνική συνοχή και ειρήνη εντοπίζεται στην παντελή κατάρρευση του κοινωνικού κράτους. Σήμερα η απόλυση από την εργασία δεν σημαίνει απλά ανεργία, αλλά αυτόματη ένταξη στον κοινωνικό αποκλεισμό. Νομίζω πως από μια στιγμή και ύστερα πρέπει να ξεφύγουμε από την αντιπαράθεση Μνημόνιο- Αντιμνημόνιο και να θέσουμε τα πραγματικά διλήμματα. Ένα απ’ αυτά είναι αν η χώρα χρειάζεται ένα διαφορετικό μοντέλο κράτους πρόνοιας παροχής υπηρεσιών ή μπορεί να κάνει και χωρίς αυτό.

Σίγουρα το προϋπάρχον ελληνικό κράτος πρόνοιας δεν θα μπορούσε να καταταχθεί σε καμία από τις γνωστές τυπολογίες συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας. Το ελληνικό κράτος πρόνοιας δεν ήταν ούτε αναδιανεμητικό, ούτε αμφισβητούσε τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά ούτε καν λειτουργούσε ως δίκτυ ασφαλείας. Ήταν μόνο μια μορφή μεταβιβαστικών πληρωμών, μέσω της κυριαρχίας των επιδοματικών πολιτικών. Επειδή όμως δεν ήταν καν γενικευμένο, αυτές οι μεταβιβαστικές πληρωμές έπεφταν κυρίως στα χέρια των μεσαίων στρωμάτων και όχι των ασθενέστερων. Το ελληνικό μοντέλο πρόνοιας ήταν στην ουσία ο στυλοβάτης για την οικοδόμηση της μεσαίας τάξης. Η κατάρρευση του – λόγω της δανειακής μας αδυναμίας- σηματοδότησε και την κατάρρευση του μεσαίου χώρου. Μια κατάρρευση που πολιτικά εκφράζεται με την ενδυνάμωση των ανόμοιων άκρων.

Σήμερα το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ καταθέτουν χρήσιμες επιμέρους προτάσεις για την ενίσχυση της μεσαίας τάξης και των ασθενέστερων στρωμάτων, αλλά αυτό είναι ασπιρίνη έναντι της βαριάς ασθένειας που αντιμετωπίζουμε ως χώρα. Γιατί αν θέλουμε να διαμορφώσουμε μια σύγχρονη μεσαία παραγωγική τάξη, οφείλουμε να περιορίσουμε το συντεχνιακό κράτος, το κράτος βιομήχανο και να ενισχύσουμε τους παραγωγικούς φορείς (κρατικούς και ιδιωτικούς) της κοινωνίας. Από την άλλη αν θέλει κανείς να διαμορφώσει μια ελκυστική προοπτική για τα φτωχότερα στρώματα, πρέπει να τα πείσει πως το μέλλον τους δεν βρίσκεται στη γενικευμένη συνέχιση των επιδομάτων, ούτε βεβαίως στην πλήρη κατάργηση τους, αλλά στη μετάβαση προς ένα κράτος υπηρεσιών στο χώρο της υγείας, της παιδείας και της ατομικής ασφάλειας. Υπηρεσίες που η παροχή τους δεν θα εξαρτάται από ατομικές εισφορές, αλλά από την εξοικονόμηση πόρων από το κράτος- βιομήχανο και τον παρασιτικό ιδιωτικό τομέα (ναι υπάρχει τέτοιος και είναι και εκτεταμένος). Κάτι τέτοιο φυσικά δεν μπορεί να αφορά τη συνταξιοδοτική ασφάλεια, η οποία θα πρέπει να έχει αναδιανεμητικό, αλλά και ανταποδοτικό χαρακτήρα. Συνεπώς αυτή δεν θα πρέπει να στηρίζεται στην κρατική χρηματοδότηση, γιατί αυτό θα οδηγούσε σ’ αφαίρεση πόρων από το κράτος υπηρεσιών.

Το κράτος πρόνοιας αυτού του είδους, όπως δείχνει το σκανδιναβικό πείραμα, αποτελεί και αναπτυξιακή πρόταση. Γιατί η ελληνική ανάπτυξη δεν θα έλθει αν «ρίξουμε χρήματα» στην αγορά για κατανάλωση, αλλά αν ρίξουμε χρήματα στην ανάπτυξη του κράτους των μη αγοραίων υπηρεσιών. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με μισθούς νεοδιοριζόμενων δασκάλων και καθηγητών στα 700 ευρώ, με εξευτελιστικούς μισθούς για τους γιατρούς, με κατεστραμμένα σχολεία και νοσοκομεία. Αυτό γίνεται αν «ρίξουμε» χρήματα στην έρευνα, στην κατάρτιση και επανακατάρτιση, στην ποιοτική δημόσια ραδιοτηλεόραση, στην προληπτική ιατρική, στη μη αγοραία φαρμακευτική αγωγή του πληθυσμού, στην προστασία των γερόντων, ενώ ταυτοχρόνως θα απελευθερώνουμε και θα ενισχύουμε την παραγωγική και εξωστρεφή επιχειρηματικότητα.

Τα παραπάνω όμως είναι μια σοσιαλδημοκρατική αφήγηση. Αν μπορεί να κτισθεί μια τέτοια αφήγηση, η οποία θα συσπειρώσει τις προοδευτικές και εκσυγχρονιστικές δυνάμεις αυτού του τόπου, αυτή θα εστιάζει γύρω από την ανάδειξη προγραμματικών θέσεων για τη δημιουργία ενός διαφορετικού μοντέλου πρόνοιας στη χώρα. Γιατί σοσιαλδημοκρατία μόνο με επιμέρους προτάσεις και χωρίς κεντρικό αφήγημα δεν γίνεται. Απ’ αυτή την αφήγηση δεν μπορεί να απουσιάσει από τη μια μεριά το αίτημα για ένα μερικό κράτος πρόνοιας όσον αφορά τις επιδοματικές πολιτικές και από την άλλη η λειτουργία ενός ολικού κράτους πρόνοιας όσον αφορά την παροχή ποιοτικών και δωρεάν υπηρεσιών προς όποιον πολίτη το επιθυμεί.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: